Ανδρέας...

Της Ιουλίας Ζαννάκη

(Για μια ακόμα φορά η συνεργάτης μας Ιουλία Ζαννάκη γράφει για τις μεγάλες στιγμές της Άνδρου. Εκείνες που έγραψαν την δύσκολη ιστορία της στη θάλασσα. Εκείνες που χάραξαν ανεξίτηλα την ψυχή αυτού του τόπου. Για το ναυάγιο του πλοίου "Οδυσσέας" το 1988 είχε ξαναγράψει με αφορμή την απώλεια του ξαδέλφου της από την Βουρκωτή. Αυτή τη φορά ξαναγράφει εστιάζοντας από άλλη σκοπιά και για άλλο μέλος του πληρώματος. Μικρές ιστορίες που όλες μαζί απαρτίζουν την ειπωμένη και ανείπωτη Ιστορία του νησιού μας την οποία η ιστοσελίδα μας εδώ και χρόνια περιγράφει και καταγράφει με αγάπη - Εν Άνδρω).

Ξαπλωμένος στο κουκέτα στην ερημιά της καμπίνας την υποδέχομαι με αναμμένο ένα μικρό θαλασσί λαμπάκι που τρεμοπαίζει στων κυμάτων το λίκνισμα. Με καλωσορίζει μετά την βραδινή βάρδια η  καρφιτσωμένη στους τοίχους  μορφή της.

Μέρες πανηγυριού, το σμίξιμο μας.

Το φεγγάρι απλώνει τη φωτεινή του παλάμη στις αιμασές. Ήχοι καλοκαιριού. Στο κορμί της ελιάς, το τζιτζίκι πάλλεται, εκστασιάζεται.  Λικνίζεται στις μύτες των ποδιών, ο μπάλος.  

 Το μαντήλι μου  πέφτει στην ποδιά της. Γέρνω επάνω της. Απάνεμο λιμάνι το κορμί της με κρατά μακριά από της θάλασσας το αχό. Αφήνομαι.

 Και ύστερα διαβάτισσα άηχη φυσαλίδα, ο μισεμός. Την υφαίνει μυστικά  με φύκια και ανεμώνες το πέπλο της θάλασσας Ο αγέρας νοτισμένος θάλασσα, αρρενωπή γλυκόπικρη μυρωδιά από νόστο και αποδημία.

Δυσκολεύομαι να το πω, σαν μεθυσμένος της ψιθυρίζω με κόπο:

- Αμαλία πρέπει να μπαρκάρω..

Και ο αποχωρισμός δύσκολος. Ήθελε τόσο να έρθει μαζί μου. Ήθελα τόσο να ήταν τώρα στο πλάι μου.

Οι χτύποι της καρδιάς μου μεταφράζουν θαρρείς τον βόγκο του πελάγου καθώς το πλοίο αφήνεται νωχελικά στην υγρή του επίθεση.  Τζάμι ιδρωμένο από πάθος.

Είμαι εκεί. Στο σπίτι που κτίζουμε. Της το είχα υποσχεθεί, «την άνοιξη θα γυρίσω».

 Στον κήπο μας η ανθόσκονη ζαλισμένη αιωρείται στον φωτεινό καθρέφτη του κόσμου. Η μέλισσα σιγοτραγουδά τη άνοιξη. Ασημοκέντητες ακτίδες κρυφογελούν, παίζουν με τις αισθήσεις που φλεβίζουν μέσα στις φυλλωσιές

Γύρω μας περιβόλια με μανταρινιές, ασημόφυλλες ελιές. Οι λεμονανθοί οργιάζουν, ο αγέρας μαγεύεται, τον γητεύει η ανασεμιά , το γυνακείο κορμί που αναδεύει ακόρεστο. Μεθάει και γέρνει βαρύς  στην καρδιά μου.

Το αγόρι μας ξένοιαστο τρέχει. Δείχνει τόσο μικρό ανάμεσα τους. Ανάμεσα στα πανύψηλα  δένδρα.

Πανύψηλα  όπως τα κύματα που πλαταγίζουν ολονυχτίς το πλοίο. Γύρισε ο καιρός. Αγρίεψε.

Έξω βρυχάται ο ωκεανός,  μαστιγώνει  ανελέητα το πλωτό σπιτικό μας, που τον αντιμάχεται  Ο υπερόπτης.

Ακουμπώ το βλέμμα μου στο πρόσωπο της, στα μάτια της. Βυθίζομαι μέσα τους.

Τα σκοτεινιασμένα υγρά μάτια της όπως στερνή φορά τα είδα. Εκείνο το γιασεμί ανάμεσα στο ολόσφιχτο στήθος, ακόμα  με προκαλεί, λιμάνι κατάλευκο.

Η σειρήνα διαπερνά τα τοιχώματα του ονείρου. Τα συντρίβει.

Η καρδιά μου χτυπά δυνατά  στο στήθος μου, πάει να σπάσει.

Έκρηξη. Τρέχω τυφλωμένος από τον φόβο. Δεν μπορεί να μας συμβαίνει αυτό. Άσκηση ρουτίνας είναι και θα τελειώσει.

Βρίσκομαι  σωριασμένος στην πλώρη.  Δίπλα μου σκάνε μικρές φλογίτσες. Τις φέρνουν τα κύματα. Φωτίζουν ένα γύρω για μια απειροελάχιστη στιγμή,  τα πρόσωπα. Φωτογραφίζουν  τον πανικό, την  απόγνωση, την καρτερία. Κάποιοι πλάι μου, πέφτουν τα γόνατα, δένουν σφιχτά τα παγωμένα τους δάκτυλα και προσεύχονται. Κάποιος αρχίζει και ψέλνει: «Τη υπερμάχω στρατηγώ...» Η μυρωδιά του πετρελαίου μου κόβει την ανάσα. Στην πρύμνη οι προβολείς πλησιάζουν στο νερό, στο πετρέλαιο. Η πρύμνη βυθίζεται. Φωτιά. Καμίνι και στο κέντρο του, εμείς. Η φλεγόμενη βάτος.

 Ο καπετάνιος εκπέμπει σήμα κινδύνου. Οι βάρκες που ρίχνουμε καίγονται. Είμαστε δέκα μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Ήχοι αλλόκοτοι φτάνουν στα αυτιά μου. Ήχοι από μπουρού και  βουητό από αεροπλάνα. Κάποιοι σηκώνονται κουνούν τα χέρια. Η ελπίδα τρυπώνει μέσα μου. Θα μας πάρουν, θα μας σώσουν. Έχουν περάσει δεκατέσσερις ώρες, δεκατέσσερις μέρες, δεκατέσσερα χρόνια..

Σε δεκατέσσερα χρόνια…

Ο γιός μου θα τελειώνει το Λύκειο. Παλικαράκι. Θα έχουμε μπει  στο σπίτι. Θα έχω παρατήσει τη θάλασσα.  Θα έχω ανοίξει  το εστιατόριο, που ονειρευόμαστε, στο Γαύριο. Θα έχω ζήσει.

 - Αμαλία την περασμένη Πέμπτη σου έστειλα το γράμμα που λαχταρούσες, ψιθυρίζω. Παγωμένος. Το μαρτύριο. Η Λύτρωση.

 Πέτρινη μορφή,  ακίνητη, ανίκανη να μας πλησιάσει, ένα βαπόρι. Ο μπόμαν βουτάει στην θάλασσα. « Ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια..,»

Ένα μήνα μετά, κλεισμένη στη σάλα να μην βλέπει, να μη ακούει το παιδί, εκείνη διαβάζει το γράμμα του. Το γράμμα που έλαβε σήμερα το πρωί!

Για μήνες περιμένει το επόμενο.  Το βλέμμα της  ακουμπά με στοργή στο παιδί, γλιστρά στην απεραντοσύνη της θάλασσας και προσμένει.

Κοιτάζει στον καθρέπτη την μορφή της. Ο χρόνος έχει χαράξει με λεπτές πινελιές στο πρόσωπό της, τον πόνο, την πίκρα, την αγωνία και μόνο κάπου στο βάθος των ματιών της φτερουγίζει ώρες ώρες, πράγμα παράλογο, η ελπίδα.  Στην φωτογραφία  εκείνος αγέραστος , της χαμογελά.

Η απαντοχή του στο κατώφλι του γαλάζιου. Για πάντα.

Κατεβαίνει στο λιμάνι. Αφουγκράζεται την ανάσα του.

Έξω από το  καφενείο  στην πλατεΐτσα  καθισμένοι όλων... των ειδών οι θαλασσινοί. 

Την γνώρισε εκείνη τη φωνή, που ακόμα την στοιχειώνει:

«Πω πω χήρες στο χωριό, ποια θα πρωτοπηδήξουμε».

Το καραβόσκυλο. Το κοπρόσκυλο.

Η ανακοίνωση της εταιρείας:     

"Για μια ακόμα φορά η θάλασσα "έντυσε" την Άνδρο μας στα μαύρα. Το πλοίο ναυάγησε στη μέση του Ατλαντικού όταν έπνεαν στην περιοχή άνεμοι 10 μποφόρ τα ξημερώματα της Πέμπτης 10 Νοεμβρίου.

Ο πλοίαρχος του Λεονάρδος Στεφανής στο S.O.S. ανέφερε ότι το πλοίο του έχει κοπεί στην μέση και φλέγεται. Τα αεροπλάνα του Καναδά που έφτασαν στο στίγμα του ναυαγίου όπως επίσης και ένα Σοβιετικό πλοίο, εντόπισαν τα δύο κομμάτια του "Όντυση" να επιπλέουν φλεγόμενα.

Οι θυελλώδεις άνεμοι, η θερμοκρασία κάτω από το μηδέν και το στρώμα πετρελαίου πάχους 30 εκατοστών που χύθηκε στην θάλασσα και που απλωνόταν, σε έκταση πάνω από 15 μίλια, έκαναν αδύνατη την πιθανότητα διάσωσής τους. Από τους 15 Έλληνες οι τρεις ήταν Ανδριώτες  είναι οι: ο πλοίαρχος Λεονάρδος Στεφανής από τ’ Απροβάτου, ο μάγειρας Ανδρέας Γρηγόρας από το Βιτάλι - Γαυρίου και ο Μπόμαν Δημοσθένης Μάνεσης από την Βουρκωτή." 

Σύμφωνα με το Ρώσο πλοίαρχο Τόλοχο του “SS RASSAT”  υπήρχαν άνθρωποι στην πλώρη μέχρι που αυτή βυθίστηκε στη "φλεγόμενη" θάλασσα.

Κόπηκε στα δυό, 4.00 ώρα Γκρήνουϊτς. 

Ώρα Γκρήνουϊτς 8.30 βυθίστηκε η πρύμνη.

Η πλώρη βυθίστηκε 16.35 ώρα Γκρήνουϊτς.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Τα διηγήματα  «Αγνοούμενος» και «Ανδρέας»  βασίστηκαν στις πληροφορίες που συνέλεξε η Αμαλία Γρηγορά από τον Ρώσο πλοίαρχο Τόλοχο -  Αμαλία σε ευχαριστώ πολύ - Ιουλία Ζαννάκη

 

ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

  1. Σχολιάζετε ως επισκέπτης.
Attachments (0 / 3)
Share Your Location
There are no comments posted here yet
This comment was minimized by the moderator on the site

Με τον Λινάρδο είμαστε μαζί στο γυμνάσιο στην Χώρα,τέτοια κείμενα μας κάνουν και δακρύζουμε μετά από πολλά χρόνια όταν σκεπτόματε τους συμμαθητές μας που τους πήρε για πάντα η...πλανεύτρα θάλασσα......