Νίκος Καββαδίας: Ο "Άγιος" της ναυτικής λογοτεχνίας μας

Του Αντώνη Λαζαρή

Ο Νίκος Καββαδίας στο πλοίο Απολλωνία (φωτο: Γιώργος Σεφέρης)

Στις 11 Ιανουαρίου 1910 γεννήθηκε ο Νίκος Καββαδίας στο μακρινό Χαρμπίν της Μαντζουρίας, που ανήκε στη Ρωσία. Ο πατέρας του ήταν τροφοδότης του Ρωσικού στρατού. Γονείς ο Χαρίλαος και η Δωροθέα Καββαδία. Οι φίλοι του τον φώναζαν χαϊδευτικά Κόλλιας μια παραφθορά που έχει να κάνει με το γεγονός πως γεννήθηκε σε ρωσικό έδαφος.

Αδέλφια του ήταν η Τζένια, ο Δημήτρης και ο Αργύρης. Το ψευδώνυμό του ήταν Μαραμπού. Η μεγάλη του αγαπημένη του υπήρξε παντοτινά η θάλασσα. Σπίτι του ήταν η καμπίνα του ασυρματιστή στα περισσότερα χρόνια της ζωής του.

Στην καμπίνα του ασυρμάτου

Τα ποιήματα του Καββαδία μελοποιήθηκαν μετά το 1975. Τα τραγούδια με τους στίχους του, έγιναν από σπουδαίους συνθέτες κοσμαγάπητα. Και αγαπιούνται ακόμα από τους ναυτικούς, αλλά κυρίως από αυτούς που ποτέ δεν υπήρξαν ναυτικοί. Αυτούς που απλώς ονειρεύτηκαν να φύγουν και να ταξιδέψουν πέρα από την θολή γραμμή των οριζόντων.

Εξώφυλλο του δίσκου Σταυρός του Νότου του Θ. Μικρούτσικου

Kuro Siwo

Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο.

Πέρ’ απ’ τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου `πανε μια κούφια ώρα στην Αθήνα

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ’ ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μες’ το μυαλό σου να σφυρίζει,
"ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι; "

Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κι έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που `χα με κούραση γυμνάσει.

Η λαμαρίνα! ...η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζωνη
κι συ κοιτάς ακόμη πάνω απ’το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.

Το πλοίο "ΜΗΔΙΑ". Ο Νίκος Καββαδίας βρέθηκε στο πλοίο αυτό από τον Οκτώβριο του 1964 έως τον Μάρτιο του 1965. Τούτη η όμορφη επιζωγραφισμένη απεικόνιση του "Μηδία" προέρχεται από το εξώφυλλο του περιοδικού "ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑΣ", στα μέσα της δεκαετίας του '60.

Η πιο οικεία εικόνα του Καββαδία είναι σ' ένα πλοίο έτοιμο να σαλπάρει. Ένα παλιό φορτηγό, καταταλαιπωρημένο από το χρόνο. Κι έκεί ένας μαρκόνης να στέκει χαρούμενος δίπλα στον καπετάνιο. Ένας κοντός, κάπως παχουλός, ναυτικός με ένα σκούφο στο κεφάλι. Ο άνθρωπος αυτός χαίρεται σαν μικρό παιδί. Στα μάτια του το γέρικο φορτηγό φαντάζει σαν το ομορφότερο πλοίο του κόσμου.

 

Ο Καββαδίας έμεινε μακριά από πολυτέλειες, από τύπους και από υποκρισίες. Το φορτηγό ήταν το πλοίο που ονειρευόταν να ταξιδεύει. Μπορεί να λεγόταν "Θησεύς", "Πυθέας"', "Νηρέας", "Θεοσκέπαστη".

Μικρή σημασία έχει το όνομά του πλοίου. Σημασία έχει μόνο το ίδιο το πλοίο και το ταξίδι που ξεκινά. Και, βέβαια, ο προορισμός του, ο οποίος δεν είναι άλλος από τη μακρινή Κίνα.

Επιστροφή στο γενέθλιο τόπο. Τόσους στίχους έγραψε για την Κίνα και τις θάλασσες του νότου...

Πάνω το πλοίο Μασσαλία. Με το πλοίο αυτό ταξίδεψε επτά χρόνια.Κάτω το πλοίο Κυρήνεια στο λιμάνι του παλιού Πειραιά. Διακρίνεται πίσω το παλιό ρολόι του λιμανιού. Με το πλοίο αυτό ταξίδεψε μερικά χρόνια. Και οι δύο φωτογραφίες είναι μεταπολεμικές.

Εξώφυλλο του δίσκου Γραμμές των Οριζόντων του Θ. Μικρούτσικου

Θεσσαλονίκη

Ήταν εκείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά
σ’ έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι
άγιε Νικόλα φύλαγε κι αγιά θαλασσινή
τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει παιδί του Μοντιλιάνι
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί

Απάνω στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού
εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού

Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη
πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου είπες σ’ αγαπώ
αύριο σαν τότε και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Ντεπό

Ο Καββαδίας γράφει και ξαναγράφει σε χαρτοπετσέτες τα ποιήματα του. Τα πιο πολλά τα πετά στο καλάθι των αχρήστων. Η απώλεια του χαμού του μικρότερου αδελφού του στα 1957 θα βάλει ένα προσωρινό τέλος στον ποιητικό οίστρο του Καββαδία.

Το 1973, ο Καββαδίας θα συναντήσει τον μεγάλο έρωτα της ζωής του στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Η κοπέλα με το όμορφο και αινιγματικό χαμόγελο θα αποτελέσει τη δεύτερη μεγάλη αγάπη του, μετά τη θάλασσα. Μια υπέροχη μούσα που θα του εμπνεύσει στίχους μοναδικούς, όπως αυτούς στην περίφημη "Φάτα Μοργκάνα". Τότε επιστρέφει με ορμή και πάλι στην ποίηση.

…..

Πού θ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Τον Φλεβάρη του 1975 καραδοκεί το τέλος όλων των ταξιδιών του. Ένα εγκεφαλικό θα σταθεί μοιραίο. Από τότε ο Καββαδίας ταξιδεύει στις καρδιές και τις ψυχές όλων όσων ταξιδεύουν πραγματικά, αλλά και στις καρδιές και τις ψυχές όλων όσων ονειρεύτηκαν κάποτε να ταξιδέψουν κοιτώντας τα πλοία στην προκυμαία κάποιου λιμανιού ....

Σημ.: Το παραπάνω κείμενο αποτελεί αναφορά του Εν Άνδρω και της ναυτικής Άνδρου στον φτωχούλη Άγιο της ναυτικής λογοτεχνίας μας, τον Νίκο Καββαδία, που γεννήθηκε τέτοιες μέρες πριν 106 χρόνια στην Ματζουρία. Ο Αντώνης Λαζαρής είναι καθηγητής. Έχει εντρυφήσει στη ναυτική λογοτεχνία. Έχει γράψει για την ιστορία του λιμανιού της Ραφήνας, αλλά και όλων των πλοίων της γραμμής Άνδρου-Τήνου.