Άνεργος ναυτικός

Της Ιουλίας Ζαννάκη

 

Φτωχοί ονειρευτές τις πόρτες μη κτυπάτε των κυβερνητών. Κοιμούνται. Ανίδεοι και ανεύθυνοι, απαλά κοιμούνται, όπως το ζυμάρι στη λεκάνη, σαν το νερό στη χαβούζα. Ναρκωμένοι, υπνωτισμένοι, μαγεμένοι και οι ίδιοι από των λόγων τους την κενότητα.

Και εμείς οι αγνοημένοι, ταξιδεύουμε νοερά, με τη δική μας σημαία, στους ωκεανούς που μας στέρησαν.

Κλειστές αγκαλιές για μας οι θάλασσες, σαν τα νεώρια που ρήμαξαν. Μήτρες καραβιών που στειρώθηκαν βίαια και δεν θα γεννήσουν, δεν θα κτίσουν ξανά καινούργια σκαριά.

Οι άνθρωποι  που δουλέψαμε εκεί, από συνήθεια παλιά ξυπνάμε και κατεβαίνουμε στο καρνάγιο.  Κλείνουμε τα μάτια και ακούμε των μαστόρων τις φωνές να αντιβουίζουν στα χαλάσματα. Διαταγές, οδηγίες, πειράγματα, τραγούδια.

Τις άγριες μέρες του χειμώνα,  καμιά φορά, ένα βουητό παράξενο, κλάμα λυγμός μοιρολόι  ξεχύνεται από τα σωθικά του. Βογγητό που βγαίνει από  τις άδειες, σαν σπηλιές  σκοτεινές,  σκεπασμένες με νεκρά όστρακα δεξαμενές.  Αγριεμένες από την εγκατάλειψη, αγωνίζονται να λυθούν να φύγουν Ξεμακραίνουμε με κατεβασμένο κεφάλι, εμείς, θύτες και θύματα.

Η ζωή μας ρημάζει στων λιμανιών τα καφενεία. Από το πρωί είναι γεμάτα. Απολιθωμένες μορφές οι ναυτεργάτες. Η πόκα, το τάβλι, κόπασαν. Βράχνιασαν από πλήξη. Ανήμπορες επαναστάσεις, μάταιες συμπληρώσεις αιτήσεων. Αμήχανο χαμαιτυπείο στέκει τώρα το πνιγηρό δωμάτιο.

Ανάβουμε τσιγάρο με τελετή αργή. Ο Θανάσης ο μεθύστακας, που δυο φορές σε ναυάγια γλύτωσε τη ζωή του, αφουγκράζεται.

Λένε, είναι ο μόνος που κάθε δύση, στην καλοκαιρινή άπνοια ακούει το λαχάνιασμα της εγκατάλειψης, βαρύ να σέρνει το βήμα της, το ανέλπιδο.

Πνίγομαι. Πετιέμαι έξω, κατεβαίνω στο λιμάνι. Περπατάω αργά στο ντόκο.

Στα πόδια μου, σκουριασμένη  άγκυρα, τα χρόνια μου. Τα ακούω καθώς περπατάω. Ο ήχος τους με ακολουθεί. Κροταλίζει πίσω μου ρυθμικά. Πενήντα, πενήντα ένα, πενήντα  δύο. Με εκδικείται που την παράτησα. Απατημένη ερωμένη η θάλασσα, μου  κρατάει γινάτι που ποτέ δεν την αγάπησα, που προτίμησα τη στεριά. Ίσως να χαίρεται που με έπνιξαν οι τοκογλύφοι. 

Εννιά μήνες περιμένω να με πάρουν από κάποια εταιρία.  Άρχισε να μου λείπει η μισητή πλωτή μου φυλακή. Η σιγουριά της.

Μαθαίνω να περπατάω σε πέτρινες στράτες: με κραυγές και πανό.  Άσκοπες μάχες. Άνισες.  Εγώ ο τολμηρός μαχητής στων κυμάτων την ανταρσία  πορεύομαι δίχως  πυξίδα σαν άυλο πλάσμα μέσα  στα καπνογόνα. Άπειρος .

Οι οικονομίες μου εύκολο θύμα,  σε μια πολυμήχανη πόλη. Είκοσι χρόνια στα καράβια και τώρα εργάτης στο γιαπί, βαστάζος στο λιμάνι. Πεταμένο  σκέλεθρο, στο δικό μου καραβοστάσι.

Θεατής της ζωής μου, από την πολυθρόνα μου, μετρώ της τηλεόρασης τις σφαίρες, προσμένοντας  από στιγμή σε στιγμή να πετύχουν την καρδιά μου.

ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

  1. Σχολιάζετε ως επισκέπτης.
Attachments (0 / 3)
Share Your Location
There are no comments posted here yet