Το ρίγος αυτής της άνοιξης

Της Ιουλίας Ζαννάκη

 

Το Πάσχα της μνήμης αναλλοίωτο από τον χρόνο

Άνοιξη και οι γυναίκες γαλακτίζουν τις αυλές, τα πεζούλια, τις σχιστόπλακες στα δώματα, τις σκάλες. Βάφουν γαλάζιο και λουλακί τις γλάστρες με τα μυρωδικά. Βασιλικός, κατιφές, μαντζουράνα, αρμπαρόριζα και δειλινά, μεθυστικά αρώματα στον αέρα.

Μόλις απολύει ο εσπερινός, οι γυναίκες, αιώνιο τάμα,  ασπρίζουν τα ξωκλήσια , καθαρίζουν τις εικόνες με αγιασμό και ανθόνερο, γυαλίζουν τα καντήλια και τα μανουάλια. Μεγάλη βδομάδα, η καμπάνα κτυπάει αργά, πένθιμα, μέρες βαριές, σκοτεινές, συννεφιασμένες, μόνο οι λεμονανθοί , αμέτοχοι θαρρείς, σκορπίζουν μεθυστικό το άρωμα τους, επιμένουν να  θυμίζουν πως είναι ακόμα άνοιξη, πως υπάρχει Ανάσταση.

Το σπίτι  φρεσκοασπρισμένο, πνιγμένο στις λεμονιές και τις πορτοκαλιές, αγναντεύει το Αιγαίο. Η κουζίνα, το κατώι, οι κρεβατοκάμαρες, μυρίζουν ασβέστη και πάστρα.

Η μνήμη

Έχει κρεμάσει τις κουρτίνες και έχει απλώσει προσεκτικά τα κολλαρισμένα ασπροκέντια. Πάνω στο τραπέζι της σάλας, η πιατέλα της γιαγιάς γεμάτη   μοσχομυριστά ζυμωτά, ψαράκια, καλαθάκια, ανθρωπάκια και πλεξιδωτές κουλούρες.

Το Πάσχα της μνήμης αναλλοίωτο από τον χρόνο           

Οι πιατέλες με τα αυγά, μοιάζουν με πλουμιστό ανθόκηπο.  Έχει μαζέψει  και είχε ξεχωρίσει τα πέταλα των λουλουδιών  και φύλλα από αρμπαρόριζα και γιασεμί. Διάλεξε αυτά που είχαν το πιο ωραίο σχήμα, τα τύλιξε σφιχτά πάνω στο αυγό με κομμάτια  νάυλον κάλτσα και τα ετοίμασε για βάψιμο. Μόνο το αυγό της Παναγιάς, που μπαίνει στο εικονοστάσι, έμεινε αστόλιστο. Αυτό το πρώτο που βγαίνει,  ολοπόρφυρο,  ακουμπά στο εικονοστάσι. Στη Χάρη της, Στα υπόλοιπα αποκαλύπτεται ζωγραφισμένη η άνοιξη.

Τα αγόρια, στην τελευταία αμασά, στον ελαιώνα κοντά στην εκκλησία  ετοιμάζουν τα μάσκουλα. Γεμίζουν τους σωλήνες με μπαρούτι, κόβουν το φυτίλι προσεκτικά και μετρούν σχολαστικά τις αποστάσεις. Το βράδυ της Ανάστασης θα τα "φυτέψουν" στην αμασά απέναντι από την εκκλησία και μόλις ο παπάς πει το πρώτο "Χριστός Ανέστη" θα τα ανάψουν.

Λυγερόκορμη, αυτή η Άνοιξη,  βυθισμένη μέσα σε μια αγκαλιά από πολύχρωμες βιολέτες ,κρατώντας ένα πανεράκι με λεμονανθούς, αμάραντους, σεργιανά σε χωριά και σε πόλεις. Είναι υπέροχο. Αυτή η Άνοιξη,  επιμένει  να  κοιτάζει εκστατική, συγκινημένη, το πρώτο χελιδόνι να μπαίνει στην παλιά του φωλιά, στον εξώστη.

Ο αγέρας φορτωμένος αρμύρα και άρωμα λεμονανθών, θροΐζει τα φύλλα των δένδρων, χαϊδεύει τα μαλλιά της.  Μεθυστική η ανάσα της Άνοιξης. Πιασμένη χέρι χέρι με τη μνήμη, γλιστρούν απαλά, αθόρυβα στα σπίτια των «μοναχικών ανθρώπων», φωτίζουν το ξωκλήσι της καρδιάς τους, ίσα ίσα που χωράνε. Τόσες Άνοιξες, τόσες Λαμπρές. Τις μαγεύει ο απόηχος από προαιώνιους   ψαλμούς που υμνούν  την Ελπίδα, την Ανάσταση.

Ύστερα, ανοίγουν το τζαμιλίκι, και απαγκιάζουν δίπλα  ακριβώς στα βάζα με γλυκά του κουταλιού. Ρόδο, λεμονανθό, κυδώνι, βύσσινο, νεραντζάκι, σταφύλι.

Οι μαργιόλες.  

Αυτή τη Λαμπρή, η Άνοιξη και η μνήμη, αναλλοίωτες από το χρόνο, πεθυμούν να γλυκάνουν την καρδιά μας.

ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

  1. Σχολιάζετε ως επισκέπτης.
Attachments (0 / 3)
Share Your Location
There are no comments posted here yet