ΠΑΣΧΑ ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΑΝΔΡΟ: "Πιο αργά! Να προλαβαίνω να βλέπω!!"

Γράφει ο Ι.Π. Άλκης

 

Θα περάσαν πάνω από 25 χρόνια, κι όμως είναι σαν χθες... Είμασταν καλεσμένοι από την Κυρία Α. για το πασχαλινό τραπέζι. Όλοι την φωνάζαν με διάφορες προθέσεις. Κυρά-Α.,  θεία, σκέτο Α.  Το ίδιο και τον σύζυγο. Για μένα ήταν ο Κύριος Σ. Ούτε κυρ-Σ., ούτε θείε, ούτε σκέτο Σ.

Τους θαύμαζα. Η κυρία Α. ήταν ο καπετάνιος, ο αναγνωρισμένος Αρχηγός. Σε όλα πρώτη. Δεν υπήρχε άνθρωπος που θα περνούσε από έξω και δεν θα σταματούσε για να ρωτήσει τι κάνει. Αν ήταν βραδάκι δύσκολα  ξεκολλούσε . Άναβε την τεράστια λάμπα πετρελαίου και αμέσως χωρίς να πει κουβέντα, άναβε και  την μεγάλη πετρογκάζ, έβαζε πάνω την μεγάλη κατσαρόλα γεμάτη με νερό και σε λίγο έριχνε τα μακαρόνια.  Πριν προλάβει κανείς να αρνηθεί, το τραπέζι ήταν στρωμένο. Χωρίς τραπεζομάντιλο, πιάτα , πιρούνια, τυρί τριμμένο, κάτι παράγωγα από τα χοιροσφάγεια. Σε λίγο το τραπέζι γέμιζε από φίλους – όλοι ήταν φίλοι – και περαστικούς. Γέλια, κουτσομπολιά, χοντρά αστεία… Ξέγνοιαστα χρόνια. Ο Κύριος Σ. δεν θυμάμαι να καθόταν. Πάντα από τα βαθιά χαράματα μέχρι που νύχτωνε ήταν στα χωράφια. Τον βοηθούσαν και τα δυο παιδιά του. Αν θέλαν ας κάναν κι άλλιως...

Εκείνη την πασχαλιά, κατά τις 10 πήγαμε στο ανοιχτό φιλόξενο σπίτι τους. Είχαν έρθει διάφοροι συγγενείς και φίλοι. Είμασταν οι μόνοι “ξένοι”, όμως νοιώθαμε ποιο ντόπιοι από ντόπιους. Την προηγούμενες ημέρες είχα πάει μια βόλτα μέχρι τον Φάρο. Ενώ συζητούσα μαζεύοντας πληροφορίες για τον Φάρο, ο κύριος Σ. που περνούσε από δίπλα κοντοστάθηκε και πήρε μέρος στην κουβέντα – παρόλο που ήταν λιγομίλητος.

Το θέμα τον ενδιέφερε. Από ότι μας είπε  την στρατιωτική του θητεία την έκανε στο Ναυτικό και συγκεκριμένα στον Φάρο!! Τα μάτια του ζωντάνεψαν όταν μας έλεγε τις αναμνήσεις του. Πώς μου ‘ρθε και τον ρώτησε αν ήθελε να πάμε βόλτα μέχρι τον Φάρο, ώσπου να γίνει το αρνί στην σούβλα. Πετάχτηκε μέχρι πάνω. Με άρπαξε από το χέρι και μου λέει: «πάμε τώρα, γρήγορα…»

Ήταν σαν τα μικρά παιδιά που λαχταράνε να ανοίξουν τα πακεταρισμένα δώρα τους. Ξέχασα να σας πω ότι ο κύριος Σ.  δεν έμπαινε σε αυτοκίνητο. Κυκλοφορούσε πάντοτε με το «τζιπάκι» του, έναν πανέμορφο γαϊδαράκο, που ήταν ο αχώριστος σύντροφός του. Όμως από την λαχτάρα του να πάει στα παλιά του λημέρια, του πέρασε ο φόβος.

Μπήκαμε στο Φιατάκι μου και ξεκινήσαμε. Περάσαμε την πλατεία της εκκλησίας, το Σχολείο, στρίψαμε στου σημερινού Κόσι, και συνεχίσαμε ευθεία. Σε κάποια σημεία έκοβα ταχύτητα γιατί  ήθελα να δω κάποιο γκρέμι, κάποιο γεράκι που καθόταν σε μια ξερολιθιά. Τον είδα ότι κατσούφιαζε: «Μη σταματάς» μου έλεγε. Ήθελε να φτάσουμε γρήγορα, λες και ο Φάρος θα έφευγε. Ξαφνικά πετάχτηκε μέχρι πάνω: «Στρίψε από δω δεξιά».  Δεν έβλεπα κανένα δρομάκι, όμως ο κύριος Σ. έβλεπε μα τα μάτια της καρδιάς του. Κατέβηκα και πράγματι υπήρχε ένα δρομάκι, γεμάτο αγριάδες.

Με προσοχή προχωρήσαμε σε μια ρεματιά. Δεν έβλεπα κάτι. Με καθοδήγησε με ακρίβεια, ζητώντας με να πηγαίνω αργά. Συνέχεια μουρμούριζε: «κάπου εδώ ήταν, κάπου εδώ ήταν». Πράγματι, σε μια στροφή συναντήσαμε ένα καλύβι. Ένα σπιτάκι παμπάλαιο, που στεκόταν ακόμη: «εδώ έμενε ο φίλος μου που υπηρετούσαμε μαζί στον Φάρο. Λες να είναι μέσα ;»    Η αγωνία του δεν περιγράφετε. Κατέβηκε, πλησίασε στην πόρτα και φώναξε το όνομά του. Και ξαφνικά η πόρτα άνοιξε και παρουσιάστηκε ένα άντρας.

«Δεν είναι αυτός», είπε. Και ρώτησε για τον φίλο του. Ήταν ο εγγονός του, που κατά σύμπτωση είχε έρθει για κυνήγι. Δυστυχώς από ότι μας  είπε, ο φίλος έμενε στο Μπάτσοι, αλλά είχε «φύγει» προ πολλού. Η απογοήτευση του κυρίου Σ. ήταν μεγάλη. Συνεχίσαμε προς τον Φάρο, με την καθοδήγηση του. Προχωρούσαμε με τα δρομάκια που ζούσε από 60 χρόνια…

Στον Φάρο τα ναυτάκια μας καλοδέχτηκαν, μας περιποιήθηκαν.  Ο κύριος Σ. είχε ηρεμίσει. Το όνειρό του να ξαναζήσει τον φάρο είχε πραγματοποιηθεί. Στην επιστροφή, επειδή η ώρα είχε περάσει και η σούβλα μας περίμενε, πήγαινα κάπως γρήγορα. Τότε ο κ. Σ. αγρίεψε: «Πήγαινε πιο αργά, για να προλαβαίνω  να βλέπω.» Στην αρχή δεν κατάλαβα τι εννοούσε. Αλλά μετά συνειδητοποίησα ότι ενώ εγώ πήγαινα με ταχύτητα αυτοκινήτου, ο κύριος Σ. είχε συνηθίσει να βλέπει τριγύρω με ταχύτητα εναλλαγής των εικόνων του πεζού ή την ταχύτητα του γαϊδαράκου . . .

Όταν φτάσαμε στο σπίτι, το τραπέζι ήταν στρωμένο, και στο τραπεζάκι δίπλα στην σούβλα μας περίμεναν ποτηράκια για σπιτικό κρασί και ροδοκόκκινες πετσούλες.

Άραγε, και εκεί ψηλά που βρίσκετε ο κύριος Σ., θα ζητά από τους Άγγελους να πετάνε αργά; 

Κυριακή του Πάσχα ,  2/5/2021

 

 

 

ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

  1. Σχολιάζετε ως επισκέπτης.
Attachments (0 / 3)
Share Your Location
There are no comments posted here yet