ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ: Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, η Άνδρος, τα αρβανίτικα και οι άλλες γλώσσες της Ελλάδος...

Της Μαρίνας Καρπόζηλου

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ - ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

«Όταν ήμουν παιδί και πηγαίναμε στην Άνδρο, στο βόρειο τμήμα του νησιού άκουγα ακόμα τότε να μιλάνε αρβανίτικα. Χρόνια αργότερα, το 1976, σ’ ένα αρβανίτικο χωριό του νησιού, στη Βουρκωτή, ένα ηλικιωμένο ζευγάρι με ρώτησε: “Ο πατέρας σου ήταν ο κύριος με τη φωτογραφική μηχανή στα 1920 που ήξερε αρβανίτικα;” Ναι, αυτός ήταν, και τότε ήταν 19 χρονών».

Ήταν τεσσάρων χρονών, όταν ο πατέρας του τον πήρε μαζί του στο Μπογιάτι της Αττικής. Εκεί, υπήρχε ένα παλιό οθωμανικό κτήμα, που το είχαν αγοράσει ο παππούς του και τα αδέρφια του το 1916-17, και όλα τα γύρω χωριά ήταν αρβανίτικα. «Πήγαμε λοιπόν με τον πατέρα μου για να μου δείξει το παλιό σπίτι που δεν κατοικούνταν πια. Εκεί, σ’ ένα υπαίθριο καφενείο, ένας κυνηγός σήκωσε το όπλο του και με σημάδεψε. Τρόμαξα πάρα πολύ και αντίστοιχα ο πατέρας μου θύμωσε πάρα πολύ. Του φώναξε: «Πώς σημαδεύεις το παιδί;», αλλά το εντυπωσιακό είναι πως του το είπε στα αρβανίτικα.

Αυτή για μένα ήταν η πρώτη μου εμπειρία πως υπάρχουν και άλλες γλώσσες στη χώρα και μάλιστα δίπλα στην Αθήνα, σε ένα χωριό που έτεινε να γίνει προάστιο, λίγα χιλιόμετρα μακριά από την Εκάλη και την Κηφισιά.

Από πού είχε μάθει ο «οραματιστής ποιητής» Ανδρέας Εμπειρίκος τα αρβανίτικα; Όπως αφηγείται ο γιος του Λεωνίδας στην «Κ», ο ίδιος πήγαινε και δούλευε στο κτήμα μαζί με τους χωρικούς αρβανίτες και τα έμαθε κυρίως από τις γυναίκες εκεί, που δεν ήξεραν ελληνικά. «Το έφερε βλέπετε βαρέως ότι η οικογένειά του, καπιταλιστική οικογένεια της Ελλάδος έχει κτήματα. Διάβαζε τον Τολστόι που απελευθέρωσε τους κολίγους στη Γιάσνα Πολιάνα, το κτήμα του Ρώσου συγγραφέα, και έτσι και αυτός πήγαινε και έκανε όλες τις αγροτικές εργασίες για πάνω από έναν χρόνο, διασχίζοντας με τα πόδια την απόσταση Αθήνα – Μπογιάτι. Αυτή για μένα ήταν η πρώτη μου εμπειρία πως υπάρχουν και άλλες γλώσσες στη χώρα και μάλιστα δίπλα στην Αθήνα, σε ένα χωριό που έτεινε να γίνει προάστιο, λίγα χιλιόμετρα μακριά από την Εκάλη και την Κηφισιά. Ήταν βέβαια μια εμπειρία παράδοξη».

Το παιδικό βίωμα που έγινε ερευνητικό πάθος

Χρόνια αργότερα, το τραυματικό παιδικό βίωμα μετασχηματίστηκε σε ερευνητικό πάθος. Ο Λεωνίδας Εμπειρίκος είναι ιστορικός με ειδίκευση στις γλωσσικές και εθνοτικές κοινότητες στην ιστορία του ελληνικού κράτους. Ωστόσο, αυτή η περιγραφή δεν συλλαμβάνει το εύρος των γνώσεων και το βάθος της σκέψης του. Στη συζήτησή μας τόποι, άνθρωποι, ιδιώματα και γλώσσες συνέθεταν έναν λαβύρινθο αναφορών της ελληνικής επικράτειας. Στο σπίτι που μεγάλωσε, και που κατοικεί μέχρι και σήμερα, η ιστορία κυριαρχεί, ενώ η παρουσία του διάσημου πατέρα του δεσπόζει στον χώρο. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος πειραματίστηκε με την ελληνική γλώσσα ως ένας από τους επιδραστικότερους υπερρεαλιστές του 20ού αιώνα. Ο Λεωνίδας Εμπειρίκος όμως, είναι ο άνθρωπος που ξέρει ίσως καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο, τις πολλές γλώσσες της ελληνικής ιστορίας.

Στο σπίτι που μεγάλωσε, και που κατοικεί μέχρι και σήμερα, η ιστορία κυριαρχεί, ενώ η εικόνα του διάσημου πατέρα του δεσπόζει στον χώρο.

Στα φοιτητικά του χρόνια στο Παρίσι, όπου σπούδασε Ιστορία και Φιλοσοφία, αναπτύχθηκε μέσα του μια νοσταλγία για την ελληνική ύπαιθρο και την ελληνική παραδοσιακή μουσική που δεν ήξερε μεν, αλλά άκουγε όπως λέει με ευχαρίστηση. «Ηταν αναμνήσεις από τα πανηγύρια της Ανδρου και μουσικές που άκουγα στα ταξίδια μου στην ελληνική επαρχία. Στην πραγματικότητα βέβαια με όλα αυτά εγώ δεν είχα άμεση σχέση. Η δική μου κουλτούρα ήταν η υψηλή αστική κουλτούρα της Αθήνας που είναι διεθνής, ευρωπαϊκή και δυτική, χωρίς όμως καμία περιφρόνηση, αλλά και χωρίς κανένα αίσθημα εθνικισμού. Πήγα τότε, τη δεκαετία του ’80, να δουλέψω στο Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών με τον Μάρκο Δραγούμη. Εκεί τότε δεν βρήκα τίποτα απολύτως σε μη ελληνική γλώσσα, εκτός από μερικά τραγούδια που είχε γράψει ο Δραγούμης στα αρβανίτικα και κάποιες ηχογραφήσεις στα τούρκικα.

Έτσι, ξεκίνησε η επιθυμία μου να συμβάλω, προκειμένου να ανοίξει ένα πεδίο μελέτης της μουσικής, αλλά και του λόγου, των ανθρώπων που είναι Ελληνες πολίτες μεν αλλά μιλάνε μη ελληνική γλώσσα στο σπίτι τους. Σίγουρα μ’ επηρέασε και το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσα. Όταν ήμουν παιδί και πηγαίναμε στην Άνδρο, στο βόρειο τμήμα του νησιού άκουγα ακόμα τότε να μιλάνε αρβανίτικα. Χρόνια αργότερα, το 1976, σ’ ένα αρβανίτικο χωριό του νησιού, στη Βουρκωτή, ένα ηλικιωμένο ζευγάρι με ρώτησε αν είμαι ο γιος του τάδε και εγγονός του τάδε. “Ο πατέρας σου ήταν ο κύριος με τη φωτογραφική μηχανή στα 1920 που ήξερε αρβανίτικα;”. Ναι, αυτός ήταν, και τότε ήταν 19 χρονών».

Ταξιδεύοντας δυο αιώνες πίσω, και φτάνοντας στην Ελλάδα του 1830, ο Λεωνίδας Εμπειρίκος επισημαίνει ότι ήταν πολύ μεγάλος ο αριθμός των Αρβανιτών της Αττικοβοιωτίας και Αργολιδοκορινθίας στη χώρα μας και πως η διάκριση που γινόταν εις βάρος τους ήταν ως προς τη γλώσσα και όχι ως προς την καταγωγή. «Εξάλλου, υπήρχαν Αρβανίτες που ήταν από τις ελίτ του ελληνικού κράτουςΥδραίοιΣπετσιώτεςΚρανιδιώτες και ένα μεγάλο μέρος των χερσαίων στρατευμάτων ήταν Σουλιώτες εκπατρισμένοι από το ιστορικό Σούλι. Δεν υπήρχε άλλη μεγάλη ομάδα εκτός από μια μικρή ομάδα Βλάχων που μπήκε στο ελληνικό κράτος στην Αιτωλοακαρνανία και την πολύ μεγαλύτερη ομάδα Ρομά. Αυτή ήταν η εικόνα στην Παλιά Ελλάδα. Όμως το 1881 με την προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Αρτας ενσωματώθηκαν πάρα πολλά βλαχοχώρια και έτσι αυξήθηκε κατά πολύ ο αριθμός των ανθρώπων που δεν μιλούσαν ελληνικά ως πρώτη γλώσσα».

Το παράδειγμα του ιστορικού για να μας εξηγήσει το φαινόμενο της διγλωσσίας είναι πολύ απλό και απτό παράλληλα: Ο δήμαρχος μπορεί να μιλούσε στους δημότες του στα βλάχικα, αλλά στον δημόσιο λόγο του μιλούσε ελληνικά. «Οι Βλάχοι μιλούσαν βέβαια στην πλειοψηφία τους πολύ καλά ελληνικά, καθώς οι περισσότεροι ήταν έμποροι. Για αυτό άλλωστε υπήρχε και το φαινόμενο της διγλωσσίας, καθώς η γλώσσα – όχημα των εμπορικών συναλλαγών ήταν τα ελληνικά. Τόσο όμως τα αρβανίτικα, όπως και τα βλάχικα δεν έχουν τον 19ο αιώνα γραπτή μορφή. Και εδώ τίθεται ένα πολύ σημαντικό ζήτημα: Η “τυραννία” του γραπτού στην ελληνική γλώσσα είναι ίσως ισχυρότερη από οποιαδήποτε άλλη γλώσσα της Ευρώπης. Και με αυτό εννοούμε ότι ο γλωσσικός ηγεμονισμός της επίσημης ελληνικής, καθαρεύουσας ή δημοτικής, δεν είναι μόνο απέναντι στις μη ελληνικές γλώσσες, αλλά και απέναντι στις ελληνικές διαλέκτους».

Μαζί με τις γενιές χάνονται και οι γλώσσες

Στη γλωσσολογία υπάρχει ο όρος του γλωσσικού θανάτου. Οταν μια γλώσσα δεν έχει ανθρώπους να τη μεταδίδουν σε επόμενες γενιές, τότε πεθαίνει. Σύμφωνα με τον κύριο Εμπειρίκο αυτή τη στιγμή τα αρβανίτικα οδεύουν προς τον γλωσσικό θάνατο, καθώς αν και πρόκειται για μια τεράστια κοινότητα η γλώσσα τους δεν έχει διατηρηθεί.

«Είναι λίγοι οι ομιλητές που έχουν πλήρη γνώση και καλό χειρισμό του λεξιλογίου, του συντακτικού και της μορφολογίας της γλώσσας. Θα ήταν λάθος να πούμε πως δεν μιλιέται, οδεύει όμως προς τον θάνατο. Τα βλάχικα δεν είναι σε αυτό το σημείο, είναι ένα στάδιο πιο πριν. Υπάρχουν μερικά χωριά στην Πίνδο και στις αποικίες των Βλάχων στη Θεσσαλία και στη Μακεδονία που μιλάνε ακόμη βλάχικα. Ξέρετε όμως ποια άλλα οδεύουν προς τον θάνατο; Τα τσακώνικα. Στην πραγματικότητα στην Ελλάδα καμία μορφή αποκλίνουσας γλώσσας ή διαλέκτου δεν έχει αναγνωριστεί, ούτε καν ελληνικές διάλεκτοι που είναι τόσο διαφορετικές που θα μπορούσαν να θεωρηθούν άλλες γλώσσες. Μια τέτοια διάλεκτος είναι τα τσακώνικα, που κατάγεται από την ύστερη λακωνική, εξελίχθηκε σε 1.500 χρόνια και έγινε αυτό που είναι σήμερα: μια αγροτική γλώσσα που δεν διδάχτηκε ποτέ και πλέον μιλιέται μόνο από ηλικιωμένους ανθρώπους σε οκτώ χωριά της Κυνουρίας. Καθώς είναι εξαιρετικά περιορισμένη η χρήση τους, είμαστε πολύ κοντά στον θάνατο της γλώσσας. Άλλη ελληνική γλώσσα εντός Ελλάδος, που όμως έχει άλλου τύπου καθεστώς, είναι τα ποντιακά: μια γλώσσα που τη μιλούν αποκλειστικά απόγονοι προσφύγων της Μικράς Ασίας και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης».

 

Αρχικά, βρεθήκαμε στον εξωτερικό χώρο ενός μαγαζιού στο Κολωνάκι. «Από πού είστε;», με ρώτησε μ’ ενδιαφέρον στην αρχή της γνωριμίας μας. Το ίδιο ακριβώς ενδιαφέρον έδειξε στον κάθε πλανόδιο πωλητή που μας προσέγγισε. «Μιλάς ρομανί;», ρώτησε έναν νεαρό τσιγγάνο που είχε διάθεση για κουβέντα. «Οχι. Η μάνα μου ήξερε, εγώ όμως δεν θέλησα να μάθω». «Βλέπετε;», μου σχολίαζε λίγα λεπτά μετά. «Κάπως έτσι μαζί με τις γενιές χάνονται και οι γλώσσες. Αν και ενδεχομένως τα ρομανί να είναι η μη ελληνική γλώσσα που μιλιέται περισσότερο στη χώρα μας».

Στην ερώτησή μου σχετικά με τους σλαβόφωνους ο κύριος Εμπειρίκος εξηγεί ότι το 1912 είχαμε μια τεράστια αύξηση του αριθμού των ομιλητών μη ελληνικών γλωσσών, αφενός μουσουλμάνων και αφετέρου ορθοδόξων ομιλητών σλαβικών διαλέκτων. «Σήμερα, τα σλαβομακεδόνικα ή μακεδόνικα στην Καστοριά είναι ένα στάδιο πριν από τον θάνατο, καθώς σε πολλά χωριά η γλώσσα έχει σιγήσει τελείως λόγω και δημογραφικής κατάρρευσης με τον Εμφύλιο. Στη Φλώρινα διατηρείται κάπως καθώς είναι μεγάλος ο πληθυσμός που τη διατηρεί σε σημαντικό βαθμό, μεταξύ των οποίων αρκετοί νέοι –η ηλικιακή πυραμίδα είναι δηλαδή καλύτερη σε σχέση με την Καστοριά. Το ίδιο και στην Eδεσσα, σε ορισμένες “νησίδες” του βορείου τμήματος του νομού Σερρών όπως και στην επαρχία της Γουμένισσας. Αριθμητικά βέβαια είναι πολύ δύσκολο να το προσδιορίσουμε, είναι λίγοι όμως αυτοί που θεωρούν τους εαυτούς τους μη Ελληνες, ενώ όλοι τους θέλουν να είναι Ελληνες πολίτες».

Η περίοδος που συνυπήρξαν οι περισσότερες μη ελληνικές γλώσσες στην Ελλάδα ήταν από το 1912 έως το 1923–25 (τέλος της ανταλλαγής πληθυσμών).

Οπως επισημαίνει ο ιστορικός, η περίοδος που συνυπήρξαν οι περισσότερες μη ελληνικές γλώσσες στην Ελλάδα ήταν από το 1912 έως το 1923–25 (τέλος της ανταλλαγής πληθυσμών). «Πριν από το 1943 η μεγαλύτερη ομάδα στη Θεσσαλονίκη ήταν οι Εβραίοι. Μεταφέρθηκαν στο Αουσβιτς και εξοντώθηκαν σχεδόν όλοι το 1943. Η γλώσσα τους ήταν τα ισπανοεβραϊκά, οι Εβραίοι όμως δεν διεκδίκησαν μια επίσημη μορφή της γλωσσάς, τη γραπτότητα δηλαδή της ισπανοεβραϊκής, παρόλο που υπήρχε είτε με εβραϊκούς είτε με λατινικούς χαρακτήρες. Η γλώσσα αυτή μιλιόταν μέχρι το Ολοκαύτωμα ως η πρώτη γλώσσα των σεφαραδιτών Εβραίων. Η δεύτερη γλώσσα τους έγιναν τα γαλλικά, λόγω της Alliance Israélite Universelle. Σήμερα, οι μεγάλοι σε ηλικία Εβραίοι, αυτοί δηλαδή που γλίτωσαν από το Ολοκαύτωμα, ξέρουν τη γλώσσα. Είναι μια γλώσσα που επίσης σβήνει. Βέβαια έχουν γίνει πολλές μελέτες για τα ισπανοεβραϊκά, είναι μια γλώσσα πιο γνωστή και με πολλά τραγούδια και ιστορίες, οπότε όποιος ασχολείται μπορεί να βρει πηγές αλλά και ομιλητές. Εγώ ο ίδιος, στο Παρίσι έκανα και μαθήματα ισπανοεβραϊκών. Μπορώ να τα καταλάβω πλήρως πέρα από τις λέξεις που προέρχονται από τα εβραϊκά κείμενα. Eχουν πολλές τουρκικές και κάποιες ελληνικές λέξεις».

Στο ερώτημα για το ποιες είναι οι ερευνητικές φιλοδοξίες του για το μέλλον ο Λεωνίδας Εμπειρίκος θέτει ως προτεραιότητα τη δημοσίευση της έρευνας που έκανε το Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο την τελευταία δεκαετία. Αξίζει να σημειωθεί ότι συμπεριλαμβάνει τις περισσότερες ελληνικές προφορικές διαλέκτους και δείγματα των μη ελληνικών γλωσσών που μιλιούνται στην Ελλάδα. Οπως διευκρινίζει είναι έργο υπό έκδοση, με τον τίτλο «Ντοπιολαλιές: Οι γεωγραφικές ποικιλίες της νέας ελληνικής».

 

ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

  1. Σχολιάζετε ως επισκέπτης.
Attachments (0 / 3)
Share Your Location
There are no comments posted here yet
This comment was minimized by the moderator on the site

Ενδιαφέρον άρθρο για έναν άνθρωπο γνώστη των διαλέκτων ανά την Ελληνική επικράτεια. Ισως μια συνεργασία με δημόσιο φορέα ή από κοινού με την εταιρεία Ανδρίων επιστημόνων για παράδειγμα και έπειτα από πρόσκληση του κυρίου Εμπειρίκου στο νησί μας, να γινόταν μια ομιλία για το θέμα αυτό. Αναφορές βέβαια να γίνουν και στα τμήματα της βόρειας Ανδρου, οπου μιλούσαν Αρβανίτικα, καθώς επίσης και σε περιοχές της Εύβοιας.