Χριστουγεννιάτικο αφήγημα......
Του Bασίλη Μαλταμπέ   "Αγαπημένοι μας γονείς, Σας ευχόμαστε καλά Χριστούγεννα και ευτυχισμένο το νέον έτος." Και από κάτω: με αγάπη Δημήτρης-Ναταλία. Και δίπλα: η εγγονή σας Ισμήνη. Η κάρτα από μπροστά απεικονίζει τη γέννηση του Σωτήρος, βυζαντινής τεχνοτροπίας.
Όταν χαράζει στο Αιγαίο... κι ...
Όταν χαράζει στο Αιγαίο...   Είναι όμορφα σου λέω όταν χαράζει στο Αιγαίο... Ένα πέλαγος εντελώς διαφορετικό από κάθε άλλη γωνιά της Μεσογείου. Εδώ σε αυτή την θάλασσα που μας γέννησε, που μας περιέχει και την περιέχουμε, η διαφάνεια της ατμόσφαιρας, οι κλίσεις του φωτός, τα σχήματα των νησιών, η δραματικότητα του ουρανού, οι φωτοσκιές και τα χρώματα κάνουν τα πάντα γύρω μοναδικά. Το να ζεις εδώ την ανατολή είναι ανάταση ψυχής, είναι ευλογία θεού, είναι χάρμα οφθαλμών.
Μια άλλη Μεσόγειος, με άλλες ι...
Του Διαμαντή Μπασαντή Μια περιδιάβαση σε μια άλλη Μεσόγειο, με άλλες ιστορίες, κάπου μακρινές, αλλά και κάπου απροσδόκητα κοινές με τις δικές μας. Όλα ξεκίνησαν όταν βρέθηκα μάλλον τυχαία να περπατώ στην ανοιχτή παραλία του παλιού ιταλικού μεσαιωνικού παραθαλάσσιου χωριού Nettuno. Η ονομασία του μια έμμεση αναφορά στον θεό της θάλασσας Neptune ή Ποσειδώνα. Η ακροθαλασσιά σχημάτιζε ημικύκλια από τα κύματα. Μεσόγειος θάλασσα. Όμως μια άλλη Μεσόγειος πολύ διαφορετική από την Μεσόγειο που ξέρουμε στην Ελλάδα. Ατέλειωτη επίπεδη παραλία και μια θάλασσα ρηχή, βουερή και με λιγότερο έντονα χρώματα. Το μπλε ξεθωριασμένο. Η άμμος απέραντη και υγρή. Τα κύματα βουερά, παρά την μπουνάτσα. Είναι που τα νερά ρηχά και με το παραμικρό ρυτίδιασμα σηκώνουν κύμα. Περπατούσα από το Νετούνο στο Άτζιο. Ή, τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Γιατί η παραλία δεν φτάνει στο Άντζιο. Τελειώνει σε ένα ψηλό τείχος που περικλείει ένα απότομο γκρέμνο. Και πριν παντού σπίτια. Καμία έξοδος. Τέλος. Γυρίζεις πάλι πίσω! Πέρα μακριά από το τείχος και το γκρέμνο ξεκινά πάλι μια ακόμα μεγάλη επίπεδη παραλία, που οδηγεί προς την ενδοχώρα. Το Άντζιο. Στο σημείο εκείνο αναπτύχθηκε η μια πτέρυγα από τις τρεις πτέρυγες μιας από τις μεγάλες αποβάσεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου: στόχος η κατάληψη της Ρώμης...
Χειμωνιάτικες διαδρομές στη Βό...
Απομεσήμερο Κυριακής στην Βόρεια Άνδρο. Λίγο πριν τον Καμπανό. Λίγο πριν το τέλος ενός νησιού που λίγοι ξέρουν τις εσχατιές του. Με τον Θόδωρο στο πιο βόρειο σημείο του χάρτη. Με τον Θόδωρο η προηγούμενη συνάντηση μας ήταν στην Αγία Μονή στο Στενό. Τότε ήταν καλοκαίρι. Τώρα είναι χειμώνας. Συναντιόμαστε στα άκρα των εποχών και στις εσχατιές ενός νησιού που "στα χειμερινά καφενεία αναστενάζει". Μπροστά μας ο Κάβο Ντόρος. Πλοία ανεβοκατεβαίνουν. Διαδρομές αχνοδιαγράφονται στην άκρη της μέρας που πήρε και γέρνει προς το απόγευμα. Η Άνδρος του χειμώνα είναι μια εξερεύνηση ψυχής. 
Εγκαταλειμμένη πατρίδα…...
Της Ιουλίας Ζαννάκη   (Η Ιουλία Ζαννάκη περιφέρεται στα άδεια χωριά του νησιού. Στα άδεια χωριά μιας πατρίδας εγκαταλειμμένης. Μιας  πατρίδας που εκπέμπει SOS, αλλα ποιος την  ακούει. Οι κάτοικοι φευγάτοι, οι νέοι φευγάτοι, τα σπίτια άδεια. Οι τόποι συνάθροισης άδειοι. Σχολεία χωρίς παιδιά. Εκκλησίες χωρίς πιστούς. Πλατείες χωρίς ανθρώπους. Με αυτή την σκληρή εμπειρία η ανδριώτισα λογοτέχνης από την Βουρκωτή γράφει… Εν Άνδρω).
Βερολίνο 1989 ή οι μέρες που ν...
  Γκρεμίζοντας το τείχος στην Φρίντριχ Στράσε - 1990  Ήταν σαν σήμερα: 9 Νοεμβρίου 1989. Έχουν πια περάσει 30 ολόκληρα χρόνια από εκείνη τη βραδιά όταν έκπληκτοι μπροστά στις τηλεοράσεις ακούγαμε πως "άνοιξε το τείχος" και δεκάδες χιλιάδες ανατολικογερμανοί πέρασαν εκείνη τη νύχτα από το Ανατολικό στο Δυτικό Βερολίνο. Τριάντα ολόκληρα χρόνια. Μια ολόκληρη γενιά. Ποιοι και πόσοι άραγε θυμούνται σήμερα την περίκλειστη κάποτε DDR (Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία), που για να μπούμε έλεγχαν τα πάντα; Πόσο πολύ απέχουμε από εκείνο το απίστευτο βράδυ όταν ένας ανθρώπινος χείμαρρος πέρασε - χωρίς συνοριακούς ελέγχους - από το CheckPoint Charlie, που χώριζε τον αμερικάνικο από τον σοβιετικό τομέα της διαιρεμένης πόλης και δεκάδες χιλιάδες ξεχύθηκαν στον δυτικό μέρος; CheckPoint Charlie Έτυχε δυό μήνες αργότερα - Ιανουάριος 1990 - να βρεθώ sε αποστολή στην Φρανκφούρτη. Το Βερολίνο έβραζε. Πήρα το τρένο νύχτα κι έφτασα χαράματα στην τρελαμένη πόλη. Χιλιάδες άνθρωποι πάνω και δίπλα στο διάτρητο πλέον τείχος και το κομμάτιαζαν μετά μανίας. Πάνω του υπήρχαν τηλεοράσεις που αναμετέδιδαν αδιάκοπα πολιτικά talk-shows. Πολιτικά talk-shows στο τείχος. Πήρα την παλιά Pentax μου και πήγα με τα πόδια στην Πύλη του Βραδεμβούργου και στην Φρίντριχ Στράσε. Αυτό που έβλεπα και ζούσα ήταν απίστευτο. Ένας κόσμος άλλαζε μπροστά στα μάτια μου. Το τείχος και το Βερολίνο που είχα επισκεφθεί πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1988 - δύο χρόνια πριν - δεν υπήρχε. Υπήρχε μια μεθυσμένη πολιτεία. Οι άνθρωποι περνούσαν ξέφρενοι από τις τρύπες και περπάταγαν στη νεκρή ζώνη της Φρίντριχ Στράσε. Οι ανατολικογερμανοί ναύτες έκαναν βάρδια στο... πουθενά! Και μας κοιτούσαν απορημένοι και χαμογελαστοί. Έπαιζαν κι αυτοί μαζί μας. Δεν είχαν πια οδηγίες για τίποτα. Γκρεμίζοντας το τείχος και πουλώντας τα κομμάτια του στους περαστικούς Άνθρωποι άγνωστοι αγκαλιάζονταν και μιλούσαν με τους ανατολικογερμανούς ναύτες που δεν ήξεραν αν φύλαγαν το τείχος ή αν έκαναν παρέα στους επισκέπτες που έμπαιναν από τις τρύπες του. Οι μέρες που νομίζαμε πως δεν θα τέλειωναν ποτέ ήταν πια παρελθόν. Κι εμείς ζούσαμε την Ιστορία μπροστά μας ή σε ζωντανή σύνδεση. Και ατενίζαμε έτσι νέοι, έτσι χαμογελαστοί κι αμέριμνοι, ένα μέλλον, που νομίζαμε πως μας ανήκε... Πανηγυρίζοντας το τέλος του ψυχρού πολέμου φορώντας το πηλήκιο του ανατολικογερμανού ναύτη που έκανε... βάρδια στο τρύπιο τείχος!!! Στην επιστροφή στην Αθήνα έγραψα ένα εκτενές άρθρο με τίτλο "Οι μέρες που νομίζαμε πως δεν θα τέλειωναν ποτέ". Κι αργότερα σε μια στοχαστική στιγμή ένα λογοτεχνικό χρονογράφημα για τη σκληρή διαδρομή του Βερολίνου από το 1933 μέχρι το 1990. Μια διαδρομή σε έξι κινηματογραφικά πλάνα που ξεκινούν από το 1933 - με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία - κι έφτανε μέχρι τις μέρες της πτώσης του τείχους, που έτυχε και έζησα εκείνο το Γενάρη του 1990. Τεράστιες τρύπες στο τείχος. Πίσω τα φυλάκια με τους προβολείς σαν σκιάχτρα από το παρελθόν που απείχε μόλις δύο μήνες. Αυτό το παλιό χρονογράφημα σκέφτηκα πως σήμερα - μέρα σημαδιακή - να το ξαναδημοσιεύσω εδώ μαζί με μερικές ανέκδοτες φωτογραφίες εκείνης της μακρινής τώρα πια εποχής. Μιας εποχής που για εμάς που τις ζήσαμε μοιάζει απίστευτο το πως έχουν πια περάσει τόσα χρόνια. Καθόμουν χτες βράδυ  μπροστά στις παλιές φωτογραφίες κι αναλογιζόμουν τους μοναδικούς στίχους του Καβάφη: "Δώδεκα και μισή. Πως πέρασεν η ώρα/ Δώδεκα και μισή. πως πέρασαν τα χρόνια;"  Δ. Μπ. Κάποτε στο Βερολίνο Του Διαμαντή Μπασαντή - Αναδημοσίευση  Μισογκρεμισμένο ένα κομμάτι του τείχους στην Πύλη του Βραδεμβούργου Ακουμπήστε εδώ αυτές τις λέξεις. Μαλακά να μη σπάσουν: «Κάποτε στο Βερολίνο». Ωραία. Δείχνουν όμορφες. «Κάποτε στο Βερολίνο...». Θα μπορούσε να είναι τίτλος ταινίας. Θα χρειαζόταν βέβαια ο Σέρτζιο Λεόνε για να στήσει τα απέραντα πλάνα μιας αυτοκρατορικής πόλης που άλλαξε ιστορία τόσες φορές.   Βερολίνο 1938 Πλάνο πρώτο. 1933. Κάποτε στο Βερολίνο οι κάτοικοι πήγαιναν με το τρένο το καλοκαίρι για διακοπές στο Βανσί. Στην άκρη της σιωπηλής λίμνης. Ήταν μια άλλη εποχή. Εποχή μεσοπόλεμου. Όλα ξεδιπλώνονταν αργά. Νοσταλγικά. Τα κτίρια μεγάλα. Πέτρινα. Τα πάρκα μεγάλα. Το Ράϊχσταχ δίπλα στο ποτάμι. Και οι άνθρωποι  ρομαντικοί και σκληροί, ερωτεύονταν και χάνονταν στους αργούς ρυθμούς της αυτοκρατορικής πόλης. Όλα θύμιζαν αποχαιρετισμό της παιδικής ηλικίας. Ακόμα και τα ελάχιστα αυτοκίνητα που κυλούσαν αργά στους μεγάλους δρόμους της πόλης έμοιαζε να ψιθυρίζουν τη φράση του Κρίστοφερ Ίσεργουντ: «Αντίο Βερολίνο»... Βερολίνο 1938 Πλάνο δεύτερο. 1938. Κάποτε στο Βερολίνο εμφανίστηκαν στους δρόμους τα πρώτα «φόλκσβάγκεν». Μικρά και καμπουριαστά. Αλλιώτικα. Ο Φερδινάνδος Πόρσε είχε φέρει στη ζωή το πρώτο αυτοκίνητο μιας νέας εποχής. Οι κάτοικοι μαζεύονταν σε στάδια και σε πλατείες για να ακούσουν για τη νέα εποχή. Οι δρόμοι είχαν χάσει την παλιά παιδικότητα. Η εποχή της σκληρής εφηβείας είχε ελάχιστα κοινά με εκείνη της παιδικής αθωότητας. Τα ερείπια του κεντρικού σταθμού. Όρθιες μνήμες του πολέμου. Πλάνο τρίτο. 1945. Κάποτε στο Βερολίνο ελάχιστα πράγματα είχαν μείνει όρθια. Μια πολιτεία σωριασμένη. Ανάμεσα στα ερείπια πρόβαλαν σαν σκιές οι κάτοικοι. Στο νησάκι του ποταμού η πινακοθήκη βομβαρδισμένη. Δίπλα το μουσείο της Περγάμου έδειχνε τα σημάδια των αρματομαχιών που ξετυλίχθηκαν μπροστά του. Το Βερολίνο ξύπναγε από έναν εφιάλτη θρυμματισμένο. Μπροστά στην σκληρή ενηλικίωση τίποτα δεν θύμιζε την παιδική ηλικία. Κι όλοι προσπαθούσαν να ξεχάσουν την άγρια εφηβεία. Γκρεμίζοντας το τείχος Πλάνο τέταρτο. 1988. Κάποτε έμπαινες στο Βερολίνο από έναν μεγάλο αυτοκινητόδρομο, που πέρναγε ανάμεσα από ένα τείχος, το οποίο έκλεινε από παντού την πόλη. Ένα τείχος που πάνω του έσπαγαν τα κύματα δύο κόσμων όπως τα κύματα της θάλασσας σπάνε στα βράχια. Στην άκρη του υπήρχε ένα σοβιετικό άρμα. Και γύρω αυστηροί συνοριακοί φρουροί. «Κύριοι αφήνουμε πίσω το σιδηρούν παραπέτασμα» μάς είπε χαμογελώντας ο Άγγλος οδηγός καθώς ξεκίναγε για το κέντρο της πόλης. Ήταν ακόμα η εποχή που το τρένο φεύγοντας από την "Φρήντριχ Στράσε" διέσχιζε μια νεκρή ζώνη. Με σιωπηλούς στρατιώτες. Με συρματοπλέγματα και προβολείς. Το σκοτάδι άπλωνε στις γωνίες της μνήμης. Δύο πόλεις σε μια. Μια ιστορία στα δύο. Κι ανάμεσα τους οι ηλικιωμένοι. Οι μόνοι που διέσχιζαν το τείχος. Που περνούσαν από τη μια πόλη στην άλλη. Από τη μια μνήμη στην άλλη. Οι νέοι ζωγράφιζαν πολύχρωμα σχήματα στα δυτικά του τείχους. Για τους ηλικιωμένους η πόλη είχε δύο ηλικίες. Για τους νέους οι δύο πόλεις δεν είχαν ηλικία. Λες και δεν είχαν υπάρξει ποτέ πριν από το τείχος. Ολόκληρη η πόλη έμοιαζε να έρχεται από ένα αβέβαιο μέλλον. Δίπλα στο Ράϊχσταχ οι σταυροί πολλών που απέτυχαν να το περάσουν από το 1962 μέχρι το 1989. Πλάνο πέμπτο: Κάποτε στο Βερολίνο εκεί που σήμερα είναι το Ράϊχσταχ υπήρχε ένα τείχος. Μια βραδιά το τείχος γέμισε τρύπες. Κανείς δεν θυμάται πως ξεκίνησαν όλα. Κανείς δεν μοιάζει να θυμάται τι σημαίνουν οι σταυροί που απλώνουν δίπλα στο ποτάμι. Οι χρονολογίες τους ξεκινούν από το 1949 και τελειώνουν το 1989. Όλοι πέθαναν προσπαθώντας κάποτε να περάσουν ένα τείχος που υπήρχε εκεί. Τώρα εκεί είναι ένα πάρκο. Τα παιδιά τρέχουν από τη μια μέχρι την άλλη άκρη. Πλάνο έκτο: Μαζέψτε αυτές τις λέξεις. Και τα σκόρπια πλάνα. Φεύγουμε. Βάλτε τα όλα στο πίσω μέρος. Θα κάτσω μπροστά. Πηγαίνουμε δυτικά. Προς την κατεύθυνση εκείνου του φωτεινού σήματος της «Μερσεντές». Ναι, έχω έλθει άλλες δύο φορές σ’ αυτή την πόλη... (Άνοιξη 1990)  ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι έγχρωμες φωτογραφίες του Βερολίνου του 1990 είναι από το αρχείο του Δ. ΜΠΑΣΑΝΤΗ, οι ασπρόμαυρες από το αρχείο του μουσείου της Φολκσβάγκεν στο Βόλσφμπουργκ. Ο τίτλος του κειμένου είναι από το γνωστό τραγούδι "Those were the days".  
Ο ποταμός που αγαπήσαμε, ο ποτ...
Της Ιουλίας Ζαννάκη-Λιάλιου (Η λογοτέχνης-συνεργάτης μας Ιουλία Ζαννάκη-Λιάλιου βλέποντας την μεγάλη καταστροφή που συνέβη από τα αφρισμένα ποτάμια στις Στενιές και στα Άχλα έγραψε ένα εξαιρετικό χρονογράφημα για τον ποταμό που αγαπήσαμε, αλλά και τον ποταμό που περιφρονήσαμε και μας εκδικήθηκε - Εν Άνδρω) Βούκινο βραχνό, ο ήχος των νερών,  φωλιάζει για λίγο στων βράχων το κοίλωμα.  Μουσικές αλλόκοτες, αντηχούν, θρήνος  γεμάτος οργή και απόγνωση. Ανελέητο το ράπισμα της νεροποντής. Κάποιος σκεπάζει με πηλό, στον πίνακα με τις παιδικές μας ζωγραφιές, τις εικόνες της ασύλληπτης ομορφιάς. Πέτρες, χώματα, φρύγανα,  αμπέλια και λιόδενδρα. Η φύση οργισμένη τα πετά στο ποτάμι. Το βιός και τη δούλεψη. Τα σκουπίδια των ανθρώπων κτυπούν  στις πέτρες, ήχοι παράταιροι. Και κείνος τα δέχεται. Φορτωμένος, κατηφορίζει  ανταριασμένος, πλαταγίζει αφρισμένος στις πλάκες. Οι πηγές σωπαίνουν στο διάβα του, φιμώνονται. Η κοιλάδα σκύβει υποταγμένη, τσακισμένη και η αψιά  ανάσα του πλάτανου, της πικροδάφνης  παρασύρονται από τις ανελέητες ριπές του ανέμου,  στο άγνωστο. Το βογκητό  του ενώνεται με τον αχό της θάλασσας. Πλησιάζει. Συρματοπλέγματα εμποδίζουν το πέρασμα του. Τις όχθες του κλείνουν ξύλινα τείχη. Οργισμένος  σαρώνει ότι βρίσκει στο δρόμο του. Ο βρυχηθμός του   σκεπάζει τους ανοίκειους ήχους, τις ανοίκειες παρουσίες.  Φτάνει στην θάλασσα.  Ρακοσυλλέκτης , λασπωμένος,   αγνώριστος.  Το φορτίο του φτύνει με μάνητα.. με αηδία. Αυτός ο εκδικητής, δεν είναι ο ποταμός που αγαπήσαμε. Είναι αυτός που περιφρονήσαμε.    
Ρωτάτε γιατί... χανόμαστε!…...
  Πολλοί γάμοι, πολλά βαφτίσια, πολλά ερωτήματα, πολλές αναζητήσεις στην Άνδρο. Και δεν είναι μόνο οι γνωστοί και μη εξαιρετέοι Ανδριώτες. Είναι και οι ολοένα περισσότεροι εκτός Άνδρου, που γκουγκλάρουν και τους πετάγεται πρώτο-πρώτο το «Εν Άνδρω», λόγω των χιλιάδων καθημερινών επισκεπτών του. Και αρχίζουν να στέλνουν mail και να παίρνουν τηλέφωνα… Είναι εντυπωσιακό το τι μας ρωτάνε και για το τι ψάχνουν οι φίλοι μας. Μερικά μοιάζουν απίστευτα! Κι όμως είναι αληθινά! Και ορισμένα πολύ συμπαθητικά…
Άλλες θάλασσες κι άλλοι ουρανο...
Του Διαμαντή Μπασαντή   Χάγη: Χιλιάδες άνθρωποι παρά τον μουντό καιρό έσπευσαν στην παραλία μόνο και μόνο να βρεθούν για λίγο πλάι στη θάλασσα. Τι κοινό και τι διαφορετικό η Ελλάδα και η Ολλανδία; Είναι δύο μικρές σχετικά χώρες με αντίστοιχους πληθυσμούς. Είναι δύο κατ' εξοχή θαλασσινά έθνη. Όμως, εμείς έχουμε χιλιάδες νησιά. Αυτοί ελάχιστα. Εμείς κοιτάμε την θάλασσα από πάνω! Αυτοί από κάτω! Καθόλου τυχαίο πως τους είπαν Κάτω Χώρες! Και τι κοινό και τι διαφορετικό έχει ένα ναυτικό νησί όπως η Άνδρος με την κάποτε θαλασσοκράτειρα Ολλανδία; Μας ενώνει η θάλασσα. Όμως πρόκειται για εντελώς διαφορετική θάλασσα. Και για άλλη στάση των ανθρώπων απέναντι της. Όμως κοινός παρονομαστής είναι η θάλασσα. Και το στοιχείο της ναυτοσύνης, αλλά και του εμπορίου που αυτή διαμορφώνει. Όμως όλα τα άλλα διαφέρουν.